Μετατρέποντας απόβλητα σε πόρους

Παραδοσιακά τα απόβλητα θεωρούνταν ως πηγή ρύπανσης και ο κύριος τρόπος διάθεσής τους ήταν η απόρριψη. Η οικονομία λειτουργούσε και σε πολλές χώρες λειτουργεί ακόμα σύμφωνα με το μοντέλο «παίρνω - φτιάχνω – καταναλώνω - απορρίπτω», το οποίο είναι ένα γραμμικό μοντέλο όπου κάθε προϊόν φτάνει αναπόφευκτα αργά ή γρήγορα στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του. Για την κατασκευή τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται πολύτιμα υλικά, τα οποία με το συγκεκριμένο μοντέλο απορρίπτονται μόλις τα προϊόντα στα οποία περιέχονται καταναλωθούν. Το οικονομικό αυτό μοντέλο στηρίζεται κυρίως στην εξόρυξη πόρων με συνέπεια την υπερεκμετάλλευση τους και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Η μετάβαση επομένως σε μια κυκλική οικονομία με στόχο την επίτευξη μιας αειφόρου ανάπτυξης είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Βασικό κλειδί της κυκλικής οικονομίας είναι η θεώρηση των αποβλήτων ως πόρων και όχι πλέον ως αποβλήτων. Ό,τι προηγουμένως θεωρούνταν «απόβλητο», αποτελεί πηγή για δευτερογενή πρώτη ύλη. Η έννοια της κυκλικής οικονομίας στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα φυσικά οικοσυστήματα, στα οποία δεν υπάρχουν απόβλητα καθώς ότι φτάνει στο τέλος του κύκλου ζωής του, αποτελεί κάποιας μορφής πρώτη ύλη για κάποιον άλλο οργανισμό, ή διεργασία.

Με ανάλογο τρόπο, σε μια τέτοιου είδους οικονομία τα προϊόντα σχεδιάζονται έτσι ώστε να εντάσσονται σε κύκλους υλικών, ώστε η προστιθέμενη αξία τους να διατηρείται όσο το δυνατόν περισσότερο και τα υπολειμματικά απόβλητα να πλησιάζουν το μηδέν. Επομένως, βασικοί στόχοι αυτής της νέας θεώρησης είναι ο περιορισμός της απόρριψης υλικών (ταφής) με την ταυτόχρονη ώθηση της μείωσης, επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης των προϊόντων στο τέλος της ζωής τους. Η επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων προϋποθέτει ενέργειες όπως:

  1. Η τόνωση της καινοτομίας στον τομέα της ανακύκλωσης
  2. Η παροχή κινήτρων για καλύτερο σχεδιασμό προϊόντων
  3. Η δημιουργία αγορών για τις δευτερογενείς πρώτες ύλες
  4. Η δημιουργία δικτύων συλλογής και διαχείρισης των προϊόντων στο τέλος της ζωής τους
  5. Η ενθάρρυνση της προτίμησης σε προϊόντα κατασκευασμένα μερικώς ή συνολικά από δευτερογενείς πρώτες ύλες
  6. Η αλλαγή συμπεριφοράς των καταναλωτών και ειδικά στον τρόπο που αγοράζουν και στον τρόπο που διευθετούν την τύχη των προϊόντων στο τέλος του κύκλου ζωής τους.